1960

Αυγάτισε άξαφνα η καταχνιά? σκέπασε με ασάφεια τα πάντα. Τα δεμένα φορτηγά στου Ξαβερίου και στη Ζώνη, πήραν μορφή ονειρική. Η καμπάνα του Αϊ Νικόλα άρχισε ν’ αργοσημαίνει τον Όρθρο. Καναδυό ευσεβείς σταυροκοπήθηκαν βιαστικά? οι περισσότεροι δεν έδωσαν σημασία? δεν πίστευαν σε Θεό και Διάβολο, μόνοι τους έπρεπε να τα βγάλουν πέρα σε τούτη τη ζωή, άλλη ζωή δεν υπάρχει (από Το 10).

Πεθαίνει τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, μετά από πολύωρη κρίση ταχυκαρδίας, και κηδεύεται την ίδια μέρα. Τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει: «Ας γελάσω». Κάτι ανάλογο είχε πει και ο ήρωάς του Μίχαλος Ρούσης: «Ας γελάσω για όλα αυτά τα χάλια γιατί δε θέλω να κλάψω».

«Με τον χθεσινό θάνατο του Καραγάτση, η Ελλάδα ?και η Ευρώπη, αλλά δυστυχώς χωρίς να γνωρίζει το έργο του? έχασε ένα μεγάλο πεζογράφο στην ακμή της ηλικίας του. Μυθιστοριογράφος κυρίως και διηγηματογράφος, κι ας δοκιμάσθηκε σε όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, ακόμα και στην ποίηση: αφού το 1945 είχε προαναγγείλει την έκδοση μιας συλλογής ποιημάτων με τον ενδεικτικό τίτλο «Το βιολί του Ενγκρ»? ο Καραγάτσης ήταν, κατά γενικήν ομολογία, η πιο εκρηκτική, η πιο πληθωρική και τελικά η πιο ατόφια πεζογραφική ιδιοφυ?α της λεγόμενης Γενιάς του ’30. Πότε ρεαλιστής και πότε λυρικός, πότε ενδοστρεφής και πότε σατιρικός ή και ευτράπελος, αλλά πάντοτε μοραλιστής στο βάθος, στάθηκε ένας από τους οξύτερους παρατηρητές και ελεγκτές της νεοελληνικής, αστικής ιδίως, κοινωνίας». (από τη νεκρολογία του Γ.Π. Σαββίδη στο Βήμα).

Στον τάφο του χαράσσεται μια φράση του ήρωά του Κωστή Ρούση («Από το ημερολόγιο του Κωστή Ρούση», Το μεγάλο συναξάρι): «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».