1944

Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου. Ιστορικό μυθιστόρημα με ήρωα τον προπάππου του συγγραφέα, πρώτο μιας σειράς με τίτλο «Ο κόσμος που πεθαίνει», που έχει σκοπό να αποδώσει «όσο το δυνατόν πιστότερα τη βαθύτερη και πραγματική ατμόσφαιρα της ελληνικής επανάστασης» του 1821. Στην ίδια σειρά, την οποία δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, εντάσσονται τα μυθιστορήματα Αίμα χαμένο και κερδισμένο και Τα στερνά του Μίχαλου. Το βιβλίο αντιμετωπίζεται με αμηχανία από την κριτική: «Να έρχονται όμως και να σου προσφέρουν για ρεαλισμό κυνικές σεξουαλικές ιστορίες, σε μια εποχή που η μόνη πραγματικότητα έχει γίνει πια ο εθνικός και ο κοινωνικός αγώνας, αυτό παύει πια να είναι αστείο, γίνεται πρόκληση», γράφει ο Βασίλης Λαούρδας στα Φιλολογικά Χρονικά. Το θέμα του εξωμότη προγόνου φαίνεται ότι απασχολούσε τον Καραγάτση. Στις δύο συνέχειες του Κοτζάμπαση, πάντως,παρατηρείται, όπως και σε πολλούς άλλους συγγραφείς κατά την ίδια περίοδο, έντονη στράτευση στα εθνικά ιδανικά, η οποία υπαγορεύεται από τις δύσκολες για τη χώρα περιστάσεις (Κατοχή, Εμφύλιος).

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί αυτόνομα και το διήγημά του «Ο τρελός με τα κουδούνια», ψυχογράφημα του Χουρσίτ-πασά σε στιγμές κρίσιμες για το αξίωμα και τη ζωή του. Ο Απόστολος Σαχίνης, παρουσιάζοντας στα Νέα Γράμματα κριτική και για τα δυο βιβλία, επικρίνει τον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου και κυρίως «την άτοπη συνήθεια του κ. Μ. Καραγάτση ν’ αλαφραίνει και να γελοιοποιεί πράγματα σοβαρότατα, γιομάτα ηθικό νόημα και εθνικό μεγαλείο», αλλά τον επαινεί για το διήγημά του: «Αποδίδοντας ολοζώντανα, με τη γνωστή αφηγηματική του ευχέρεια, την κατάσταση της παρακμής της Τουρκικής αυτοκρατορίας, πλάθοντας με σκηνές υποβλητικές την κατανυχτική ατμόσφαιρα της Λαρισσινής νυχτιάς, συμπλέκοντας ακόμα επιτυχημένα το ερωτικό στοιχείο, κατόρθωσε να ψυχογραφήσει την ανατολίτικη νοοτροπία και ψυχοσύνθεση του τούρκου ηγεμόνα την τελευταία νύχτα της ζωής του».