1939

Θάνατος του αυταρχικού πατέρα του, τη σκληρότητα του οποίου περιγράφει, μεταξύ άλλων, στον Μεγάλο ύπνο, στη Λειτουργία σε λα ύφεσις και προπάντων στο διήγημα «Από τη ζωή του Μιχάλη Ρούση» της Νυχτερινής ιστορίας:
Η πιο μακρινή ανάμνηση που αναδεύει μεσ’ στην ψυχή του Μιχάλη Ρούση δεν είναι γεγονός αλλά συναίσθημα. Συναίσθημα φόβου. Θυμόταν πως καθόταν μεσημέρι ή βράδυ κοντά στη μητέρα του, ανάμεσα στ’ αδέλφια του. Η ατμόσφαιρα ήταν κανονική, φυσιολογική. Ατμόσφαιρα μιας μητέρας τριγυρισμένης απ’ τα παιδιά της. Ομιλίες, γέλια, ψυχική αμεριμνησία. Κι έξαφνα, ακουγόντανε στη σκάλα τα βήματα ενός ανθρώπου που περπατούσε στερεά, θετικά, εγωιστικά. Όλοι τότε σωπαίναν. Καταθλιπτική γαλήνη ξεχυνόταν στο σπίτι. Φόβος κι ανησυχία ζωγραφιζόταν στα πρόσωπα. Όλα τα μάτια στυλωνόντανε στην πόρτα με αγωνία. Κι η πόρτα άνοιγε από χέρι συγκρατημένα νευρικό. Παλάμη δυναμική και σίγουρη. Και στο άνοιγμά της πρόβαλλε ο Κωστής Ρούσης. Ο πατέρας.

Δημοσιεύονται σε συνέχειες, στη Νέα Εστία, Το βουνό των λύκων και Ο γυρισμός του Γιούγκερμαν.