Ο ΠΑΝΤΟΤΙΝΑ ΝΕΟΣ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

Το πρόβλημα της ετερότητας
Ο σκοτεινός κόσμος των από-κοσμων υποκειμένων κατέχει στο διηγηματογραφικό σύμπαν του Καραγάτση μια περίοπτη φωτεινή θέση. Η προβολή του διαφορετικού άλλου με ποικίλες μορφές φαίνεται να επιτελεί σημαντικές λειτουργίες. Καθώς διερευνάται η σχέση ανάμεσα στον κόσμο και τον από-κοσμο σύντροφο, δίνεται η ευκαιρία αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο να ασκηθεί ένα είδος κοινωνικής κριτικής για ακαμψία, αναλγησία και για αδυναμία υποδοχής και ενσωμάτωσης του αλλιώτικου, να καταδειχτεί ακόμη η κοινωνία ως φάρσα, πλάνη και απάτη, να εξυμνηθεί η τρυφεράδα και η γλυκύτητα του εσωτερικού κάτω από την άγρια και σκληρή, απροσπέλαστη σχεδόν, φλούδα, να συντελεστεί η αναγνωστική προσέγγιση με την βοήθεια της ευνοιοκρατούμενης αφηγηματικής προοπτικής με το ανοίκειο και το εξωτικό, να αποτυπωθεί η ανθρώπινη παθολογία στην πολυπλοκότητά της, μακάρι στο «εναρμόνιον κράμα» της, λουσμένη στο αγγελικό μαύρο φως της? έτσι οι περιθωριακοί του Καραγάτση μπορεί να είναι και ο τόπος της σάτιρας, της ειρωνείας, της υπονόμευσης και της ανατροπής των συμβάσεων, του μοχθηρού γέλιου που καταδικάζει και περιπαίζει, και βέβαια της εναγώνιας αναζήτησης κοινωνικής ταυτότητας που, μεταξύ των άλλων, σημαίνει την αναζήτηση της συντροφικότητας, το νεύμα της αποδοχής και της συγκατάνευσης στο οργισμένο ή γαλήνιο βλέμμα που ζητά το έρεισμά του.

Μαίρη Μικέ, «Η από-κοσμη συντροφικότητα: Σχόλια σε διηγήματα του Καραγάτση», Αντί, 768-769/2002, σ. 43.

Οι σχέσεις των φύλων

Ο Καραγάτσης, σε όλα του τα μυθιστορήματα, προβάλλει, μέσω των ανδρικών χαρακτήρων του, με νοσηρή επιμονή τον σεξιστικό Λόγο, ο οποίος υποβιβάζει τη γυναίκα στο κατώτατο σημείο πραγμοποίησης, συνοψίζοντας την ύπαρξή της σε απλό «σκεύος ηδονής». Ωστόσο, μέσα από τον τόνο της περιφρόνησης, του μίσους και της οργής, αφήνει να διαφανεί η ανδρική ανασφάλεια και η αγωνία της πιθανής ήττας στον αγώνα για επικράτηση. Η αδύνατη πλευρά του αρσενικού τονίζεται και από το γεγονός ότι ο Καραγάτσης δεν αφήνει την ανταγωνίστρια-γυναίκα χωρίς αντίλογο. Η Μαρία έχει πλήρη επίγνωση της κατασκευασμένης από το κυρίαρχο φύλο υποκειμενικότητάς της και των φυλικών σχέσεων που αυτή επιβάλλει. Αποδομεί έτσι τον σεξιστικό Λόγο και τον παρουσιάζει ως αυτό που είναι: ένα ιδεολόγημα, μια ανδρική φαντασίωση: «Θέλεις το καμουφλάρισμα», λέει στον Τασάκο, «κι εγώ έχω ξεμασκαρευτεί.

Τζίνα Πολίτη, «Ο κίτρινος φάκελος»: Η ανεξακρίβωτη σκηνή. Δοκίμια για τους Ν. Καζαντζάκη, Α. Τερζάκη, Μ. Καραγάτση, Σ. Τσίρκα-Λ. Ντάρρελλ, Γ. Πάνου, Ρ. Γαλανάκη, Γ. Κιουρτσάκη, Δ. Δημητριάδη, Άγρα, Αθήνα 2001, σσ. 164-165.

 

 Το «10» ως πολύσημος λογοτεχνικός τόπος

Η όλη νοηματική διάρθρωση του ημιτελούς αυτού μυθιστορήματος, έχει κάτι το εσχατολογικά επίφοβο στην απόφανσή του, προκαθορίζοντας το μέλλον, ως μη επιδεχόμενο εξαλλαγής ή βελτίωσης. Οι ένοικοι του «10» εγκιβωτισμένοι κυριολεκτικά, μέσα στα ασφυκτικά κουτιά-δωμάτια της πολυκατοικίας, εξαναγκασμένοι να διαβιούν σε συνθήκες αφόρητης γειτνίασης, αλληλοεπηρεάζονται, σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία. Ταπεινωμένοι στη βαθύτερη υπόστασή τους, δεν φαίνεται τίποτε να τους αποσπά, να τους εξυψώνει ή να τους διαφορίζει, εκτός από τον τρόπο που εισπράττουν τη δυστυχία ή την ευχαρίστηση που τους αναλογεί στη ζωή. Οι άνθρωποι του «10», παρότι έχουν συλληφθεί invitro, σε συνθήκες εργαστηρίου, εντούτοις ζωντανεύουν χάρη στις ουσιώδεις λεπτομέρειες, τις οποίες η διεισδυτική παρατηρητικότητα του συγγραφέα έχει συλλέξει. [...]
Σ’ αυτή λοιπόν τη συγκατοίκηση συμπίπτουν και συνωθούνται άνθρωποι απορριγμένοι, απόμαχοι, βολεμένοι κομπιναδόροι, εξαθλιωμένοι μεροκαματιάρηδες, ακαμάτηδες, συνταξιούχοι και δικαιούχοι κάθε λογής, χωρίς να έχουν επίγνωση της πτώσης τους. Άνθρωποι σε προϊούσα απαξίωση και φθορά, επιβιώνοντας όπως-όπως, μέσα σ’ αυτά τα κουτιά-δωμάτια, σε προθανάτια πρόβα, μιας εν σμικρώ νεκρούπολης.
Η οργανωμένη μ’ αυτό τον τρόπο έποψη του κόσμου εμπερικλείει πολλές παγίδες, γιατί εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε γενικεύσεις και απλουστεύσεις. Όμως ο Καραγάτσης, με συναίσθηση του κινδύνου και παρά τα φαινόμενα, διαμορφώνει τις σχέσεις και τις σκέψεις των ηρώων του, όχι στο επίπεδο του ρεαλισμού και της ηθογραφίας, αλλά στο επίπεδο ενός λογοτεχνικού τόπου, όπως στην πραγματικότητα είναι το «10». Άτομα εγκλωβισμένα σ’ αυτές τις ιδιάζουσες συνθήκες, λόγω και των κοινωνικοοικονομικών δυσπλασιών, βιώνουν ως νεύρωση την εξαθλίωσή τους, χωρίς αγωνία, χωρίς να διερωτώνται, οδεύοντας στην ολοκληρωτική ασημαντοποίηση που τους επιφυλάσσει η εποχή. [...]
Στην πραγματικότητα, ολόκληρος ο χώρος του «10» είναι δημόσιος, κοινόχρηστος. Το δωμάτιο είναι διάτρητο, δεν εγκλείεται, υπάρχει μόνο προσχηματικά ως ιδιωτικός χώρος. Στην ουσία χρησιμοποιείται για την κατόπτευση του άλλου. Το ντιβάνι, οι μεσότοιχοι, οι πόρτες, τα παράθυρα, οι διάδρομοι, η εσωτερική αυλή και προπάντων τα αποχωρητήρια, προσφέρουν «θέα» ?όλα καταγράφονται και εκούσια ή όχι, καταγράφουν την προσωπική ζωή των συγκατοίκων οι οποίοι αλληλοεπηρεάζονται έτσι που συνεχώς εκτίθενται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο? χίλια μάτια παρακολουθούν την κάθε κίνηση, συνακροάζονται και σχολιάζουν ακόμα και τις πιο ιδιωτικές στιγμές. [...]
Γίνεται αμέσως φανερό πως το συγκρότημα-Λεβιάθαν εκλαμβάνεται σαν ζων οργανισμός, γι’ αυτό και η λεπτομερής περιγραφή των εντέρων του, που είναι τα αποχωρητήρια. Κι όμως η επιλογή αυτού του χώρου συμβάλλει όσο τίποτα στην ανάπτυξη της ιδέας που τέμνει το μυθιστόρημα: την ενασχόληση των ανθρώπων που δίνουν το χαρακτήρα στο «10» με τις τυφλές αδιαπραγμάτευτες λειτουργίες του σώματος. Σεξουαλικότητα-διατροφή-αφόδευση συναποτελούν έναν παντοδύναμο άξονα ενστικτικής καθήλωσης, εξουσίας του σώματος πάνω στην ψυχή. [...]
Από αυτή την άποψη όμως η σεξουαλικότητα έχει ψυχοπαθολογικό έρμα, γίνεται νεύρωση, δείκτης έκφανσης του νοσηρού, κοινωνικό απόστημα, παλιννόστηση στο ζωώδες, κυρίαρχο στίγμα των σύγχρονων έκρυθμων κοινωνιών. Το υλικό αυτό φωτίζεται ψυχρά, από μια παραμορφωτική φαντασία, η οποία οργανώνεται αφαιρετικά, εξαφανίζοντας όλες τις συνιστώσες και τα κίνητρα, που θα έδιναν νόημα στη ζωή. Ο συγγραφέας επιτυγχάνει έτσι τη μέγιστη στεγανοποίηση της σεξουαλικότητας σε σχέση με την κοινωνία, αναδεικνύοντας την ξενικότητά της, την υποκρυπτόμενη καταστροφική της δύναμη, που σκοπεύοντας μόνο στην κάλυψη των γενετήσιων αναγκών, δρα εναντίον της ανθρώπινης ύπαρξης, μετέχοντας στη διάλυση και την απαξίωσή της. Οι συγκάτοικοι του «10» κεντρίζονται ακατάπαυστα από τις γενετήσιες ορμές και υποβιβάζονται χωρίς έμφαση, με απάθεια στο ζωώδες.

 Αγγελική Κωσταβάρα, «Τα οδυνηρά ανοίγματα της ψυχής στο χαώδες και στην αταξία, στο 10 του Καραγάτση», Μανδραγόρας, 22-23/1999, σσ. 221-223.